Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rescue
01
διασώζω, σώζω
to save a person or thing from danger, harm, or a bad situation
Transitive: to rescue sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rescue
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescues
ενεστώτα μετοχή
rescuing
απλός αόριστος
rescued
παθητική μετοχή
rescued
Παραδείγματα
The organization has successfully rescued countless animals in distress.
Ο οργανισμός έχει σώσει με επιτυχία αμέτρητα ζώα σε κίνδυνο.
02
διασώζω, σώζω
to forcibly take someone out of custody or from a dangerous situation
Transitive: to rescue someone in custody
Παραδείγματα
A covert operation was launched to rescue the captured soldiers from the enemy's base.
Μια μυστική επιχείρηση ξεκίνησε για να σώσει τους αιχμαλωτισμένους στρατιώτες από τη βάση του εχθρού.
Rescue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescues
Παραδείγματα
The rescue mission to retrieve the stranded hikers was successful, bringing them back safely.
Η αποστολή διασώσεως για την ανάκτηση των παρασυρόμενων πεζοπόρων ήταν επιτυχής, φέρνοντάς τους πίσω με ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
rescued
rescuer
rescue



























