to rescue
res
ˈrɛs
res
cue
kju:
kyoo
fescue

Ορισμός και σημασία του "rescue"στα αγγλικά

to rescue
01

διασώζω, σώζω

to save a person or thing from danger, harm, or a bad situation 
Transitive: to rescue sb/sth
to rescue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rescue
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescues
ενεστώτα μετοχή
rescuing
απλός αόριστος
rescued
παθητική μετοχή
rescued
Παραδείγματα
Firefighters rushed to rescue the trapped individuals from the burning building. 

Οι πυροσβέστες έσπευσαν να σώσουν τα παγιδευμένα άτομα από το καμένο κτίριο.

02

διασώζω, σώζω

to forcibly take someone out of custody or from a dangerous situation 
Transitive: to rescue someone in custody
Παραδείγματα
The soldiers planned a daring mission to rescue the hostage from enemy captivity. 

Οι στρατιώτες σχεδίασαν μια τολμηρή αποστολή για να διασώσουν τον όμηρο από την εχθρική αιχμαλωσία.

01

διάσωση, επιχείρηση διάσωσης

the action or process of saving someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescues
Παραδείγματα
The rescue of the trapped miners took several days and involved complex operations. 

Η διάσωση των παγιδευμένων ανθρακωρύχων διήρκεσε αρκετές ημέρες και περιλάμβανε πολύπλοκες επιχειρήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store