Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rescission
01
ακύρωση, κατάργηση
the formal cancelation of a law, agreement, or order
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rescissions
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rescission
scission
sciss



























