reproof
re
ri:
ri
proof
pru:f
proof

Ορισμός και σημασία του "reproof"στα αγγλικά

01

επίπληξη, μέμψη

something that you do or say to disapprove someone’s behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reproofs
Παραδείγματα
After the argument, she gave him a sharp reproof for his rude behavior at the dinner table. 

Μετά τη διαφωνία, του έκανε μια απότομη επίπληξη για την αγενή συμπεριφορά του στο τραπέζι.

to reproof
01

επιπλήττω, κατακρίνω

take to task 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproofs
ενεστώτα μετοχή
reproofing
απλός αόριστος
reproofed
παθητική μετοχή
reproofed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store