Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reproof
01
επίπληξη, μέμψη
something that you do or say to disapprove someone’s behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reproofs
Παραδείγματα
In the meeting, the CEO ’s reproof was aimed at those who failed to meet their sales targets.
Στη συνάντηση, η επίπληξη του CEO απευθύνθηκε σε όσους δεν κατάφεραν να πετύχουν τους στόχους πωλήσεών τους.
to reproof
01
επιπλήττω, κατακρίνω
take to task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproofs
ενεστώτα μετοχή
reproofing
απλός αόριστος
reproofed
παθητική μετοχή
reproofed
Λεξικό Δέντρο
reproof
proof
prove



























