Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repeal
01
καταργώ, ακυρώνω
to officially cancel a law, regulation, or policy, making it no longer valid or in effect
Transitive: to repeal a law or regulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
repeals
ενεστώτα μετοχή
repealing
απλός αόριστος
repealed
παθητική μετοχή
repealed
Παραδείγματα
Right now, activists are repealing laws that disproportionately affect minority populations.
Αυτή τη στιγμή, οι ακτιβιστές καταργούν νόμους που επηρεάζουν δυσανάλογα τις μειονοτικές πληθυσμικές ομάδες.
Repeal
01
κατάργηση, ακύρωση
the official cancellation or ending of a law or regulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repeals
Παραδείγματα
Historical records show several attempts to repeal unfair laws.
Οι ιστορικές καταγραφές δείχνουν πολλές προσπάθειες κατάργησης άδικων νόμων.
Λεξικό Δέντρο
repeal
peal



























