repatriate
re
ri:
ri
pat
ˈpæt
pāt
riate
ˌrieɪt
rieit
expatriate

Ορισμός και σημασία του "repatriate"στα αγγλικά

01

αποπατρισθείς, επαναπατρισθείς

a person who has returned to their home country after living abroad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repatriates
Παραδείγματα
The embassy provided assistance to the repatriates stranded in the foreign country. 

Η πρεσβεία παρείχε βοήθεια στους αποστελλομένους που κόλλησαν στη ξένη χώρα.

to repatriate
01

αποπατρίζω, επιστρέφω στην πατρίδα

to return to one's own country voluntarily or naturally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
repatriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
repatriates
ενεστώτα μετοχή
repatriating
απλός αόριστος
repatriated
παθητική μετοχή
repatriated
Παραδείγματα
After years abroad, she repatriated to her hometown. 

Μετά από χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψε στην πατρίδα της στην γενέτειρά της.

02

αποπατρίζω, επιστρέφω στην πατρίδα

to send someone back to their country of origin, often involuntarily 
Παραδείγματα
The government repatriated the refugees after the conflict ended. 

Η κυβέρνηση απέστειλε πίσω τους πρόσφυγες μετά το τέλος της σύγκρουσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store