Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remuneration
01
αμοιβή
the amount of payment given to someone for the service they provided
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
αμοιβή, πληρωμή
the action of paying someone for the work they have done
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
remuneration
remunerate
remuner



























