Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renal
01
νεφρικός, σχετικός με τα νεφρά
relating to the kidneys or their function
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He underwent renal testing to assess his kidney function.
Υποβλήθηκε σε νεφρικές εξετάσεις για να αξιολογηθεί η λειτουργία των νεφρών του.



























