renal
re
ˈri:
ri
nal
nəl
nēl
rentalregal

Ορισμός και σημασία του "renal"στα αγγλικά

01

νεφρικός, σχετικός με τα νεφρά

relating to the kidneys or their function 
renal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He underwent renal testing to assess his kidney function. 

Υποβλήθηκε σε νεφρικές εξετάσεις για να αξιολογηθεί η λειτουργία των νεφρών του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store