remote-controlled
re
ri
mote
ˈməʊt
mewt
cont
kənt
kēnt
rolled
rəʊld
rewld

Ορισμός και σημασία του "remote-controlled"στα αγγλικά

remote-controlled
01

τηλεχειριζόμενο, ελεγχόμενο από απόσταση

being operated or controlled from a distance using radio, infrared, or other wireless signals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most remote-controlled
συγκριτικός βαθμός
more remote-controlled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, control, devices
Παραδείγματα
The remote-controlled drone captured aerial footage of the landscape. 

Το τηλεχειριζόμενο drone κατέγραψε εναέρια πλάνα του τοπίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store