Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barrage
01
καταιγίδα
a large amount of something all at once, like a lot of criticism or questions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barrages
Παραδείγματα
The politician faced a barrage of tough questions from reporters.
Ο πολιτικός αντιμετώπισε ένα πυρά δύσκολων ερωτήσεων από τους δημοσιογράφους.
02
πυρά απωθητικού, πυρά συγκέντρωσης
a continuous, concentrated attack using artillery to cover a wide area rather than aim at a single target
Παραδείγματα
The troops advanced under a constant barrage of enemy fire.
Οι στρατιώτες προχώρησαν κάτω από ένα συνεχές πυρά εχθρικής φωτιάς.
to barrage
01
βομβαρδίζω, πυροβολώ
to bombard someone with a string of questions
Transitive: to barrage sb with quastions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
barrages
ενεστώτα μετοχή
barraging
απλός αόριστος
barraged
παθητική μετοχή
barraged
Παραδείγματα
The teacher was barraged by complaints from students about the difficult and lengthy assignment.
Ο δάσκαλος βομβαρδίστηκε με παράπονα από τους μαθητές για τη δύσκολη και μεγάλη εργασία.
Λεξικό Δέντρο
barrage
bar



























