barrage
ba
ˈbæ
rrage
rɑ:ʒ
raazh
brage

Ορισμός και σημασία του "barrage"στα αγγλικά

01

καταιγίδα

a large amount of something all at once, like a lot of criticism or questions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barrages
Παραδείγματα
The politician faced a barrage of tough questions from reporters. 

Ο πολιτικός αντιμετώπισε ένα πυρά δύσκολων ερωτήσεων από τους δημοσιογράφους.

02

πυρά απωθητικού, πυρά συγκέντρωσης

a continuous, concentrated attack using artillery to cover a wide area rather than aim at a single target 
Παραδείγματα
The troops advanced under a constant barrage of enemy fire. 

Οι στρατιώτες προχώρησαν κάτω από ένα συνεχές πυρά εχθρικής φωτιάς.

to barrage
01

βομβαρδίζω, πυροβολώ

to bombard someone with a string of questions 
Transitive: to barrage sb with quastions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
barrages
ενεστώτα μετοχή
barraging
απλός αόριστος
barraged
παθητική μετοχή
barraged
Παραδείγματα
The teacher was barraged by complaints from students about the difficult and lengthy assignment. 

Ο δάσκαλος βομβαρδίστηκε με παράπονα από τους μαθητές για τη δύσκολη και μεγάλη εργασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

barrage
bar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store