barrage
Pronunciation
/bɝˈɑʒ/

Ορισμός και σημασία του "barrage"στα αγγλικά

01

καταιγίδα

a large amount of something all at once, like a lot of criticism or questions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barrages
Παραδείγματα
A barrage of advertisements filled the television screen.
Η τηλεοπτική οθόνη γέμισε με ένα κύμα διαφημίσεων.
02

πυρά απωθητικού, πυρά συγκέντρωσης

a continuous, concentrated attack using artillery to cover a wide area rather than aim at a single target
Παραδείγματα
The surprise barrage caught the opposing forces unprepared.
Η έκπληκτη βροχή πυρός πήρε απροετοίμαστες τις αντίπαλες δυνάμεις.
to barrage
01

βομβαρδίζω, πυροβολώ

to bombard someone with a string of questions
Transitive: to barrage sb with quastions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
barrages
ενεστώτα μετοχή
barraging
απλός αόριστος
barraged
παθητική μετοχή
barraged
Παραδείγματα
Fans barraged the actor with requests for autographs.
Οι θαυμαστές βομβάρδισαν τον ηθοποιό με αιτήματα για αυτόγραφα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store