Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barred
01
ριγωτός, διαγραμμισμένος
marked with stripes or bands
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barred
συγκριτικός βαθμός
more barred
διαβαθμίσιμο
02
απαγορευμένος, μπλοκαρισμένος
preventing entry or exit or a course of action
Λεξικό Δέντρο
unbarred
barred
bar



























