barred
barred
bɑrd
μπαρντ
/bˈɑːd/

Ορισμός και σημασία του "barred"στα αγγλικά

01

ριγωτός, διαγραμμισμένος

marked with stripes or bands
barred definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barred
συγκριτικός βαθμός
more barred
διαβαθμίσιμο
02

απαγορευμένος, μπλοκαρισμένος

preventing entry or exit or a course of action
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store