to remake
re
ri:
ri
make
ˈmeɪk
meik
retake

Ορισμός και σημασία του "remake"στα αγγλικά

to remake
01

ξαναφτιάχνω, αναδημιουργώ

to produce a new version of something that has already been made 
Transitive: to remake sth
to remake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remake
γ΄ ενικό πρόσωπο
remakes
ενεστώτα μετοχή
remaking
απλός αόριστος
remade
παθητική μετοχή
remade
Παραδείγματα
The director decided to remake the classic film with a modern twist. 

Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να ξαναφτιάξει την κλασική ταινία με μια σύγχρονη τροπή.

01

remake, νέα έκδοση

a motion picture or piece of music that is made based on an old song or movie 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remakes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store