Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remake
01
ξαναφτιάχνω, αναδημιουργώ
to produce a new version of something that has already been made
Transitive: to remake sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remake
γ΄ ενικό πρόσωπο
remakes
ενεστώτα μετοχή
remaking
απλός αόριστος
remade
παθητική μετοχή
remade
Παραδείγματα
The director decided to remake the classic film with a modern twist.
Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να ξαναφτιάξει την κλασική ταινία με μια σύγχρονη τροπή.
Remake
01
remake, νέα έκδοση
a motion picture or piece of music that is made based on an old song or movie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remakes
Λεξικό Δέντρο
remake
make



























