to remake
Pronunciation
/ˈɹiˈmeɪk/

Ορισμός και σημασία του "remake"στα αγγλικά

to remake
01

ξαναφτιάχνω, αναδημιουργώ

to produce a new version of something that has already been made
Transitive: to remake sth
to remake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remake
γ΄ ενικό πρόσωπο
remakes
ενεστώτα μετοχή
remaking
απλός αόριστος
remade
παθητική μετοχή
remade
Παραδείγματα
He remade his resume to highlight his new skills and experiences.
Ξαναέφτιαξε το βιογραφικό του για να τονίσει τις νέες του δεξιότητες και εμπειρίες.
01

remake, νέα έκδοση

a motion picture or piece of music that is made based on an old song or movie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remakes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store