Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rely on
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to have faith in someone or something
Transitive: to rely on sb/sth
Ditransitive: to rely on sb/sth to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rely
ενεστώτας
rely on
γ΄ ενικό πρόσωπο
relies on
ενεστώτα μετοχή
relying on
απλός αόριστος
relied on
παθητική μετοχή
relied on
Παραδείγματα
Parents often rely on teachers to provide a quality education for their children.
Οι γονείς συχνά βασίζονται στους δασκάλους για να παρέχουν μια ποιοτική εκπαίδευση στα παιδιά τους.
02
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to depend on someone or something for support and assistance
Transitive: to rely on sb/sth
Ditransitive: to rely on sb to do sth
Παραδείγματα
The company relies on its dedicated employees to succeed.
Η εταιρεία βασίζεται στους αφοσιωμένους υπαλλήλους της για να πετύχει.



























