Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rely on
[phrase form: rely]
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to have faith in someone or something
Transitive: to rely on sb/sth
Ditransitive: to rely on sb/sth to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rely
ενεστώτας
rely on
γ΄ ενικό πρόσωπο
relies on
ενεστώτα μετοχή
relying on
απλός αόριστος
relied on
παθητική μετοχή
relied on
Παραδείγματα
The team knew they could rely on their captain's leadership during tough matches.
Η ομάδα ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί στην ηγεσία του αρχηγού της κατά τη διάρκεια των δύσκολων αγώνων.
02
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to depend on someone or something for support and assistance
Transitive: to rely on sb/sth
Ditransitive: to rely on sb to do sth
Παραδείγματα
As a hiker, you need to rely on proper gear for safety in the wilderness.
Ως πεζοπόρος, πρέπει να βασίζεστε σε κατάλληλο εξοπλισμό για ασφάλεια στην άγρια φύση.



























