Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reliquary
01
ληκυθωτό, κιβώτιο λειψάνων
a box or case for holding and displaying sacred objects
Παραδείγματα
The theft of the reliquary from the cathedral was a major scandal, leading to increased security measures.
Η κλοπή του ληκυθαρίου από τον καθεδρικό ναό ήταν ένα μεγάλο σκάνδαλο, που οδήγησε σε αυξημένα μέτρα ασφαλείας.



























