reliquary
re
ˈrɛ
re
liq
lɪk
lik
ua
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "reliquary"στα αγγλικά

01

ληκυθωτό, κιβώτιο λειψάνων

a box or case for holding and displaying sacred objects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reliquaries
Παραδείγματα
In the museum, a medieval reliquary was exhibited, its intricate designs hinting at the importance of its once-housed relic. 

Στο μουσείο, εκτέθηκε ένα μεσαιωνικό ληκυθιστήριο, τα περίπλοκα σχέδια του οποίου υπαινίσσονταν τη σημασία του λείψανου που κάποτε περιείχε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store