Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reliquary
01
ληκυθωτό, κιβώτιο λειψάνων
a box or case for holding and displaying sacred objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reliquaries
Παραδείγματα
In the museum, a medieval reliquary was exhibited, its intricate designs hinting at the importance of its once-housed relic.
Στο μουσείο, εκτέθηκε ένα μεσαιωνικό ληκυθιστήριο, τα περίπλοκα σχέδια του οποίου υπαινίσσονταν τη σημασία του λείψανου που κάποτε περιείχε.



























