Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reliant
01
εξαρτώμενος, βασιζόμενος
dependent on something or someone for support, assistance, or success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reliant
συγκριτικός βαθμός
more reliant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is reliant on her parents for financial support while studying.
Εξαρτάται από τους γονείς της για οικονομική στήριξη ενώ σπουδάζει.
Λεξικό Δέντρο
reliant
rely



























