Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reliability
01
αξιοπιστία
the level to which something or someone can be counted on
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unreliability
reliability
liability



























