Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relevant
01
σχετικός, κατάλληλος
having a close connection with the situation or subject at hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most relevant
συγκριτικός βαθμός
more relevant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
information, context, connection
Παραδείγματα
Her research findings were relevant to the current discussion on climate change.
Τα ευρήματα της έρευνάς της ήταν σχετικά με την τρέχουσα συζήτηση για την κλιματική αλλαγή.
02
σχετικός, κατάλληλος
appropriate, important, or connected to the current time, situation, or context, often reflecting modern interests or concerns
Παραδείγματα
Staying relevant in a fast-evolving industry requires continuous learning and adaptation.
Η παραμονή σχετική σε μια βιομηχανία που εξελίσσεται γρήγορα απαιτεί συνεχή μάθηση και προσαρμογή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irrelevant
relevantly
relevant
relev



























