Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regulated
01
ρυθμισμένος, ελεγχόμενος
controlled or managed according to specific rules or laws
Παραδείγματα
The internet is regulated by laws and policies to protect users' privacy and prevent illegal activities online.
Το διαδίκτυο ρυθμίζεται από νόμους και πολιτικές για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των χρηστών και την πρόληψη παράνομων δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
unregulated
regulated
regulate
regul



























