Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regrettable
01
λυπηρός, αξιοθρήνητος
causing disappointment, sorrow, or a sense of misfortune
Παραδείγματα
The delay in the project was regrettable, but unavoidable.
Η καθυστέρηση στο έργο ήταν ατυχής, αλλά αναπόφευκτη.
Λεξικό Δέντρο
regrettably
regrettable
regret



























