Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regrettable
01
λυπηρός, αξιοθρήνητος
causing disappointment, sorrow, or a sense of misfortune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regrettable
συγκριτικός βαθμός
more regrettable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, situation
Παραδείγματα
His absence at the meeting was regrettable.
Η απουσία του στη συνάντηση ήταν αξιοθρήνητη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
regrettably
regrettable
regret



























