regrettable
Pronunciation
/ɹɪˈɡɹɛtəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "regrettable"στα αγγλικά

regrettable
01

λυπηρός, αξιοθρήνητος

causing disappointment, sorrow, or a sense of misfortune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regrettable
συγκριτικός βαθμός
more regrettable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The delay in the project was regrettable, but unavoidable.
Η καθυστέρηση στο έργο ήταν ατυχής, αλλά αναπόφευκτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store