Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regretful
01
μετανιωμένος, λυπημένος
feeling sorrow or disappointment about a past action, decision, or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regretful
συγκριτικός βαθμός
more regretful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt regretful about not pursuing her passion for music when she had the chance.
Αισθάνθηκε μετανιωμένη που δεν ακολούθησε το πάθος της για τη μουσική όταν είχε την ευκαιρία.
Λεξικό Δέντρο
regretfully
unregretful
regretful
regret



























