Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Regent
01
αντιβασιλέας, κυβερνήτης
a person appointed to govern a state, province, or colony as the representative of a monarch in the monarch's absence, minority, or incapacity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
regents
Παραδείγματα
Queen Elizabeth I appointed a regent to govern England in her absence during her travels.
Η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ διόρισε έναν αντιβασιλέα για να κυβερνήσει την Αγγλία στην απουσία της κατά τη διάρκεια των ταξιδιών της.
02
αντιβασιλέας, μέλος του διοικητικού συμβουλίου
a member of a governing body, such as a board of trustees or directors, with the authority to act on behalf of the organization in certain matters
Παραδείγματα
The university's regents convened to discuss the budget for the upcoming academic year.
Οι αντιπρόσωποι του πανεπιστημίου συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν τον προϋπολογισμό για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος.
regent
01
αντιβασιλέας, κυβερνών
acting or functioning as a regent or ruler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























