regent
re
ˈri
ρι
gent
ʤənt
τζαντ
/ɹˈiːd‍ʒənt/

Ορισμός και σημασία του "regent"στα αγγλικά

01

αντιβασιλέας, κυβερνήτης

a person appointed to govern a state, province, or colony as the representative of a monarch in the monarch's absence, minority, or incapacity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
regents
Παραδείγματα
The regent's authority was respected by the nobles and citizens alike, ensuring smooth governance in the monarch's absence.
Η εξουσία του αντιβασιλέα σεβόταν τόσο από τους ευγενείς όσο και από τους πολίτες, διασφαλίζοντας ομαλή διακυβέρνηση κατά την απουσία του μονάρχη.
02

αντιβασιλέας, μέλος του διοικητικού συμβουλίου

a member of a governing body, such as a board of trustees or directors, with the authority to act on behalf of the organization in certain matters
Παραδείγματα
The regents of the hospital decided to allocate additional funds to upgrade medical equipment in the emergency department.
Οι αντιβασιλείς του νοσοκομείου αποφάσισαν να διαθέσουν πρόσθετα κεφάλαια για την αναβάθμιση του ιατρικού εξοπλισμού στο τμήμα επειγόντων περιστατικών.
01

αντιβασιλέας, κυβερνών

acting or functioning as a regent or ruler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store