regatta
re
ρι
ga
ˈgæ
γκαι
tta
τα
cantataricottastigmatasonata

Ορισμός και σημασία του "regatta"στα αγγλικά

01

ρεγάτα, αγώνες ιστιοπλοΐας

a sporting event consisting of a series of races between rowboats or sailing boats 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
regattas
Παραδείγματα
The annual regatta drew competitors from around the world, all eager to showcase their sailing skills in the prestigious event. 

Ο ετήσιος αγώνας κωπηλασίας προσέλκυσε ανταγωνιστές από όλο τον κόσμο, όλοι πρόθυμοι να επιδείξουν τις ιστιοπλοϊκές τους ικανότητες στην πολυπόθητη εκδήλωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store