refueling
Pronunciation
/ɹifˈjuəɫɪŋ/, /ɹifˈjuɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "refueling"στα αγγλικά

01

ανεφοδιασμός, πλήρωση καυσίμων

the activity of supplying or taking on fuel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store