refueling
re
ri:
ri
fue
fju:ə
fyooē
ling
lɪng
ling
refilling

Ορισμός και σημασία του "refueling"στα αγγλικά

01

ανεφοδιασμός, πλήρωση καυσίμων

the activity of supplying or taking on fuel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store