Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refrigerate
01
ψύχω, βάζω στο ψυγείο
to put food or drinks in a refrigerator or other cold place to keep them cool or fresh
Transitive: to refrigerate food or drinks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refrigerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
refrigerates
ενεστώτα μετοχή
refrigerating
απλός αόριστος
refrigerated
παθητική μετοχή
refrigerated
Παραδείγματα
All the groceries will be refrigerated to maintain freshness.
Όλα τα είδη παντοπωλείου θα ψυκτοθούν για να διατηρηθεί η φρεσκάδα.
Λεξικό Δέντρο
refrigerated
refrigerating
refrigeration
refrigerate
refriger



























