referendum
re
ˌrɛ
re
fe
ren
ˈrɛn
ren
dum
dəm
dēm
addendumagendum

Ορισμός και σημασία του "referendum"στα αγγλικά

01

δημοψήφισμα, πληθυσμιακή ψηφοφορία

a vote in which all the people of a country are asked to decide on one political question 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
referendums
Παραδείγματα
Many people voted in the referendum. 

Πολλοί άνθρωποι ψήφισαν στο δημοψήφισμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store