Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reenact
01
αναπαριστώ, παριστάνω
act out; represent or perform as if in a play
02
αναπαριστώ, επανεκτελώ
enact or perform again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reenact
γ΄ ενικό πρόσωπο
reenacts
ενεστώτα μετοχή
reenacting
απλός αόριστος
reenacted
παθητική μετοχή
reenacted
03
αναπαριστώ, επανεκδίδω
enact again
Λεξικό Δέντρο
reenactor
reenact
enact
act



























