Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reef
01
ύφαλος, κοραλλιογενής ύφαλος
a ridge of rock or a line of sand near the surface of a body of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reefs
Παραδείγματα
The boat sailed carefully to avoid hitting the reef.
Το σκάφος πλεύσε προσεκτικά για να αποφύγει να χτυπήσει τον ύφαλο.
02
ρίγα, πτυχή πανιού
one of several strips across a sail that can be taken in or rolled up to lessen the area of the sail that is exposed to the wind
03
ύφαλος, κοραλλιογενής ύφαλος
a rocky region in the southern Transvaal in northeastern South Africa; contains rich gold deposits and coal and manganese
to reef
01
πτύσσω ένα μέρος του πανιού, μειώνω την επιφάνεια του πανιού
roll up (a portion of a sail) in order to reduce its area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reef
γ΄ ενικό πρόσωπο
reefs
ενεστώτα μετοχή
reefing
απλός αόριστος
reefed
παθητική μετοχή
reefed
02
παίρνω ένα ράφι, μειώνω το πανί
reduce (a sail) by taking in a reef
03
κατεβάζω και φέρνω εν μέρει μέσα, κονταίνω και τραβάω εν μέρει μέσα
lower and bring partially inboard
Λεξικό Δέντρο
reefy
reef



























