redwood
red
ˈrɛd
red
wood
wʊd
vood
deadwood

Ορισμός και σημασία του "redwood"στα αγγλικά

01

κοκκινοξύλι, γιγαντιαία σεκόγια

a very tall coniferous tree found in California, often reaching over 300 feet 
redwood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
redwoods
Παραδείγματα
Tourists walked among the towering redwoods. 

Οι τουρίστες περπατούσαν ανάμεσα στους πανύψηλους σεκόγιες.

02

κοκκινοξυλιά, σεκόγια

the soft reddish wood of either of two species of sequoia trees 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store