Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redundancy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
redundancies
Παραδείγματα
The document was filled with redundancy, repeating the same points multiple times.
Το έγγραφο ήταν γεμάτο περιττότητα, επαναλαμβάνοντας τα ίδια σημεία πολλές φορές.
02
περιττότητα, επανάληψη
repetition of messages to reduce the probability of errors in transmission
03
περιττότητα
repetition of an act needlessly
04
περιττότητα, αντιγραφή στοιχείων
(electronics) a system design that duplicates components to provide alternatives in case one component fails
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
redundancy
redundance
redund



























