Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redound
01
έχει ένα ευεργετικό ή επιβλαβές αποτέλεσμα ή επίδραση, καταλήγω
to have a beneficial or harmful result or effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
redound
γ΄ ενικό πρόσωπο
redounds
ενεστώτα μετοχή
redounding
απλός αόριστος
redounded
παθητική μετοχή
redounded
02
επηρεάζω, έχω επίδραση
have an effect for good or ill
03
επιστρέφω, αναπηδώ
return or recoil



























