Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redefine
01
επαναπροσδιορίζω, εξηγώ με νέο τρόπο
to change or explain what something means in a way that makes people see it in a new or different way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redefine
γ΄ ενικό πρόσωπο
redefines
ενεστώτα μετοχή
redefining
απλός αόριστος
redefined
παθητική μετοχή
redefined
Παραδείγματα
The discovery of new planets may redefine our place in the universe.
Η ανακάλυψη νέων πλανητών μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση μας στο σύμπαν.
02
επαναπροσδιορίζω
give a new or different definition of (a word)
Λεξικό Δέντρο
redefine
define



























