to redefine
re
ˌri:
ri
de
di
fine
ˈfaɪn
fain
refine

Ορισμός και σημασία του "redefine"στα αγγλικά

to redefine
01

επαναπροσδιορίζω, εξηγώ με νέο τρόπο

to change or explain what something means in a way that makes people see it in a new or different way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redefine
γ΄ ενικό πρόσωπο
redefines
ενεστώτα μετοχή
redefining
απλός αόριστος
redefined
παθητική μετοχή
redefined
Παραδείγματα
The artist redefined the concept of portraiture by using abstract techniques. 

Ο καλλιτέχνης επανόρισε την έννοια της προσωπογραφίας χρησιμοποιώντας αφηρημένες τεχνικές.

02

επαναπροσδιορίζω

give a new or different definition of (a word) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store