Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redecorate
01
αναδιακοσμώ, αλλάζω τη διακόσμηση
to change the appearance of a room by applying new paint or wallpaper
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redecorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
redecorates
ενεστώτα μετοχή
redecorating
απλός αόριστος
redecorated
παθητική μετοχή
redecorated
Λεξικό Δέντρο
redecorate
decorate
decor



























