to redecorate
re
ri:
ρι
de
ˈdɛ
ντε
co
κα
rate
reɪt
ρειτ

Ορισμός και σημασία του "redecorate"στα αγγλικά

to redecorate
01

αναδιακοσμώ, αλλάζω τη διακόσμηση

to change the appearance of a room by applying new paint or wallpaper 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redecorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
redecorates
ενεστώτα μετοχή
redecorating
απλός αόριστος
redecorated
παθητική μετοχή
redecorated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

redecorate
decorate
decor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store