Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recurrently
01
επαναλαμβανόμενα, με τακτά διαστήματα
in a manner characterized by repeated occurrence at regular intervals or in a pattern
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The issue recurs recurrently in our system, despite multiple fixes.
Το πρόβλημα εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα στο σύστημά μας, παρά πολλαπλές διορθώσεις.
Λεξικό Δέντρο
recurrently
recurrent
current
curr



























