Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recurrence
01
επαναφορά, επανάληψη
the act of something happening or appearing again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
recurrence
recur



























