recurrence
re
ri
ρι
cu
ˈkɜ
κερ
rrence
rəns
ρανσ
/ɹɪkˈʌɹəns/

Ορισμός και σημασία του "recurrence"στα αγγλικά

01

επαναφορά, επανάληψη

the act of something happening or appearing again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store