recuperative
re
ρι
cu
ˈku
κου
pe
περ
ra
ρα
tive
tɪv
τιβ
/ɹɪkjˈuːpəɹətˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "recuperative"στα αγγλικά

recuperative
01

αναρρωτικός, αποκαταστατικός

promoting one's health and strength after a period of injury or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recuperative
συγκριτικός βαθμός
more recuperative
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

recuperative
recuperate
recuper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store