barber
bar
ˈbɑ:
baa
ber
barterbarker

Ορισμός και σημασία του "barber"στα αγγλικά

01

κουρέας, μπαρμπέρης

someone whose job is to cut men’s hair or shave or trim their facial hair 
barber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barbers
Παραδείγματα
He visited the barber every month for a trim and a clean shave. 

Επισκεπτόταν τον κουρέα κάθε μήνα για ένα κούρεμα και ένα καθαρό ξύρισμα.

to barber
01

ξυρίζω, κόβω τα μαλλιά

perform the services of a barber: cut the hair and/or beard of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barber
γ΄ ενικό πρόσωπο
barbers
ενεστώτα μετοχή
barbering
απλός αόριστος
barbered
παθητική μετοχή
barbered

Λεξικό Δέντρο

barberry
barber
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store