Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barber
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barbers
Παραδείγματα
He visited the barber every month for a trim and a clean shave.
Επισκεπτόταν τον κουρέα κάθε μήνα για ένα κούρεμα και ένα καθαρό ξύρισμα.
to barber
01
ξυρίζω, κόβω τα μαλλιά
perform the services of a barber: cut the hair and/or beard of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barber
γ΄ ενικό πρόσωπο
barbers
ενεστώτα μετοχή
barbering
απλός αόριστος
barbered
παθητική μετοχή
barbered
Λεξικό Δέντρο
barberry
barber



























