Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barbecue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barbecues
Παραδείγματα
They bought a new barbecue with multiple burners for their summer gatherings.
Αγόρασαν ένα νέο μπάρμπεκιου με πολλαπλούς καυστήρες για τις καλοκαιρινές τους συγκεντρώσεις.
1.1
μπάρμπεκιου, ψησταριά
an outdoor party during which food, such as meat, fish, etc. is cooked on a metal frame over an open fire
Παραδείγματα
We 're planning a barbecue in the backyard this weekend with friends and family.
Σχεδιάζουμε ένα μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή αυτό το Σαββατοκύριακο με φίλους και οικογένεια.
1.2
μπάρμπεκιου, ψητό
meat that has been cooked over a fire or grill, often coated with a highly seasoned or flavored sauce
Παραδείγματα
Barbecue brisket was the highlight of the cookout.
Το μπάρμπεκιου μπρίσκετ ήταν το αποκορύφωμα του πικνίκ.
to barbecue
01
ψήνω στη σχάρα, κάνω μπάρμπεκιου
to grill food over fire, adding flavor with marinades or spices
Transitive: to barbecue food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barbecue
γ΄ ενικό πρόσωπο
barbecues
ενεστώτα μετοχή
barbecuing
απλός αόριστος
barbecued
παθητική μετοχή
barbecued
Παραδείγματα
He spends weekends barbecuing brisket and sausages for his friends.
Περνά τα σαββατοκύριακα ψήνοντας μπριζόλα και λουκάνικα για τους φίλους του.



























