Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recant
01
ανακτώ, αποποιούμαι
to take back a statement or belief, especially publicly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recant
γ΄ ενικό πρόσωπο
recants
ενεστώτα μετοχή
recanting
απλός αόριστος
recanted
παθητική μετοχή
recanted
Παραδείγματα
Back in history, those accused of heresy sometimes had to recant their unconventional beliefs to avoid punishment.
Στην ιστορία, εκείνοι που κατηγορούνταν για αίρεση έπρεπε μερικές φορές να ανακαλέσουν τις μη συμβατικές πεποιθήσεις τους για να αποφύγουν την τιμωρία.



























