Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recant
01
ανακτώ, αποποιούμαι
to take back a statement or belief, especially publicly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recant
γ΄ ενικό πρόσωπο
recants
ενεστώτα μετοχή
recanting
απλός αόριστος
recanted
παθητική μετοχή
recanted
Παραδείγματα
The politician currently faces pressure to recant his controversial statement made during the press conference.
Ο πολιτικός αντιμετωπίζει επί του παρόντος πίεση να ανακαλέσει την αμφιλεγόμενη δήλωσή του που έκανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου.



























