to recant
re
ri
cant
ˈkænt
kānt
recastrecent

Ορισμός και σημασία του "recant"στα αγγλικά

to recant
01

ανακτώ, αποποιούμαι

to take back a statement or belief, especially publicly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recant
γ΄ ενικό πρόσωπο
recants
ενεστώτα μετοχή
recanting
απλός αόριστος
recanted
παθητική μετοχή
recanted
Παραδείγματα
The politician currently faces pressure to recant his controversial statement made during the press conference. 

Ο πολιτικός αντιμετωπίζει επί του παρόντος πίεση να ανακαλέσει την αμφιλεγόμενη δήλωσή του που έκανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store