Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rebirth
01
αναγέννηση, ανανέωση
a spiritual renewal or awakening that leads to a transformed life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rebirths
Παραδείγματα
He experienced a rebirth after deep meditation.
Βίωσε μια αναγέννηση μετά από βαθιά διαλογισμό.
02
αναγέννηση, ανανέωση
a renewed period of growth, popularity, or significance, particularly in cultural, artistic, or economic contexts
Παραδείγματα
The city underwent a cultural rebirth, revitalizing its arts scene and historical landmarks.
Η πόλη γνώρισε μια πολιτιστική αναγέννηση, αναζωογονώντας τη καλλιτεχνική της σκηνή και τα ιστορικά της αξιοθέατα.
03
αναγέννηση, μετενσάρκωση
a second or new birth
04
αναγέννηση, μετενσάρκωση
after death the soul begins a new cycle of existence in another human body
Λεξικό Δέντρο
rebirth
birth



























