Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rebelliousness
01
ανταρσία
an insubordinate act
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ανταρσία, ανυπακοή
the act of intentionally refusing to obey social norms or authority often with a disrespectful attitude
Παραδείγματα
He was punished for his rebelliousness after speaking out against the administration.
Τιμωρήθηκε για την ανταρσία του αφού μίλησε εναντίον της διοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
rebelliousness
rebellious
rebel



























