Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebelliously
01
επαναστατικά, με επαναστατικό τρόπο
in a manner that resists or opposes authority, control, or tradition
Παραδείγματα
The crowd rebelliously ignored the mayor's orders during the demonstration.
Το πλήθος αγνόησε ανταρτικά τις εντολές του δημάρχου κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.
Λεξικό Δέντρο
rebelliously
rebellious
rebel



























