Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rebel
01
επαναστατώ, αντιτίθεμαι
to oppose a ruler or government
Intransitive: to rebel | to rebel against a ruler or government
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebel
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebels
ενεστώτα μετοχή
rebelling
απλός αόριστος
rebelled
παθητική μετοχή
rebelled
Παραδείγματα
The citizens decided to rebel against the oppressive regime, demanding freedom and equality.
Οι πολίτες αποφάσισαν να επαναστατήσουν ενάντια στο oppressive καθεστώς, απαιτώντας ελευθερία και ισότητα.
02
επαναστατώ, αντιδρώ
to resist or refuse to follow rules, authority, or social norms
Transitive: to rebel against a rule or norm
Παραδείγματα
The teenager decided to rebel against the curfew set by her parents.
Η έφηβη αποφάσισε να επαναστατήσει ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας που έθεσαν οι γονείς της.
Rebel
01
αντάρτης, στρατιώτης της Συνομοσπονδίας
a member of the Confederate forces in the American Civil War
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rebels
Παραδείγματα
The historian studied the life of a rebel soldier during the Civil War.
Ο ιστορικός μελέτησε τη ζωή ενός στρατιώτη-επαναστάτη κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.
02
αντάρτης, επαναστάτης
a person who rises or fights against established authority, often to bring about change or reform
Παραδείγματα
Rebels stormed the city to challenge the government.
Αντάρτες επιτέθηκαν στην πόλη για να αμφισβητήσουν την κυβέρνηση.
03
αντάρτης, επαναστάτης
someone who resists or opposes authority, rules, or control
Παραδείγματα
She acted like a rebel, always questioning authority and tradition.
Συμπεριφέρθηκε σαν αποστάτρια, αμφισβητώντας πάντα την εξουσία και την παράδοση.
Λεξικό Δέντρο
rebellion
rebel



























