Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reassuring
01
καθησυχαστικός, παρηγορητικός
providing comfort, confidence, or relief from anxiety
Παραδείγματα
The reassuring feedback from her supervisor gave her the motivation to keep working hard.
Η καθησυχαστική ανατροφοδότηση από τον επόπτη της της έδωσε το κίνητρο να συνεχίσει να εργάζεται σκληρά.
Λεξικό Δέντρο
reassuringly
unreassuring
reassuring
assuring



























