reassuring
re
ri:
ρη
a
ə
α
ssu
ʃʊ
σου
ring
rɪng
ρινγκ
/ɹˌiːəʃjˈɔːɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "reassuring"στα αγγλικά

reassuring
01

καθησυχαστικός, παρηγορητικός

providing comfort, confidence, or relief from anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reassuring
συγκριτικός βαθμός
more reassuring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reassuring feedback from her supervisor gave her the motivation to keep working hard.
Η καθησυχαστική ανατροφοδότηση από τον επόπτη της της έδωσε το κίνητρο να συνεχίσει να εργάζεται σκληρά.

Λεξικό Δέντρο

reassuringly
unreassuring
reassuring
assuring
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store