Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reassurance
01
καθησυχασμός, διαβεβαίωση
a comforting action or statement made to someone to ease their worries, uncertainties, or anxieties about something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reassurances
Παραδείγματα
They offered their reassurance that the delay would not affect the project's completion.
Προσέφεραν την βεβαιότητα τους ότι η καθυστέρηση δεν θα επηρέαζε την ολοκλήρωση του έργου.
Λεξικό Δέντρο
reassurance
assurance
assure



























