Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rear-end
01
προσκρούω από πίσω, χτυπώ από πίσω
to hit the back of another vehicle with the front of your vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rear-end
γ΄ ενικό πρόσωπο
rear-ends
ενεστώτα μετοχή
rear-ending
απλός αόριστος
rear-ended
παθητική μετοχή
rear-ended
Παραδείγματα
He accidentally rear-ended the car in front of him at the stoplight.
Χτύπησε κατά λάθος το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μπροστά του στο φανάρι.



























