ready-made
rea
re
dy
di
di
made
meɪd
meid
readymade

Ορισμός και σημασία του "ready-made"στα αγγλικά

ready-made
01

έτοιμος, έτοιμος προς χρήση

made in advance and available for immediate use or purchase, without the need for any additional preparation or assembly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ready-made
συγκριτικός βαθμός
more ready-made
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They bought a ready-made cake from the bakery to save time for the party. 

Αγόρασαν ένα έτοιμο κέικ από το φούρνο για να εξοικονομήσουν χρόνο για το πάρτι.

02

έτοιμος, βιομηχανικός

commercially produced; not homemade 
03

έτοιμος, στερεότυπος

repeated regularly without thought or originality 
01

έτοιμο, προκατασκευασμένο

a manufactured artifact (as a garment or piece of furniture) that is made in advance and available for purchase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ready-mades
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store