raw throat
raw
rɔ:
ρο
throat
θrəʊt
θρεουτ

Ορισμός και σημασία του "raw throat"στα αγγλικά

01

πληγμένος λαιμός, φαρυγγίτιδα

inflammation of the fauces and pharynx 
raw throat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raw throats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store