baptismal
Pronunciation
/bæpˈtɪzməɫ/

Ορισμός και σημασία του "baptismal"στα αγγλικά

01

βαπτιστικός, σχετικός με το βάπτισμα

of or relating to baptism
baptismal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

baptismal
baptism
bapt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store