Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rationalization
01
εξορθολογισμός, δικαιολόγηση
the mental process of explaining actions or beliefs as reasonable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He engaged in rationalization to convince himself that skipping the meeting was justified.
Ασχολήθηκε με την εξορθολογισμό για να πείσει τον εαυτό του ότι η παράλειψη της συνάντησης ήταν δικαιολογημένη.
02
εξορθολογισμός, λογική οργάνωση
the systematic organization of something according to a plan or logical system
Παραδείγματα
The rationalization of the library catalog made it easier to find books.
Η εξορθολογισμός του καταλόγου της βιβλιοθήκης διευκόλυνε την εύρεση βιβλίων.
03
εξορθολογισμός, απλοποίηση
(in mathematics) the process of simplifying an expression by eliminating radicals or irrational denominators without changing its value
Παραδείγματα
The teacher demonstrated rationalization with several examples.
Ο δάσκαλος επέδειξε την εξορθολογισμό με πολλά παραδείγματα.
04
εξορθολογισμός, οργανωτική βελτιστοποίηση
the organization of a company using scientific management principles to improve efficiency
Παραδείγματα
The company undertook rationalization to reduce waste and cut costs.
Η εταιρεία πραγματοποίησε εξορθολογισμό για να μειώσει τα απόβλητα και να κόψει το κόστος.
Παραδείγματα
Rationalization helps people feel better about their decisions.
Η εξορθολογισμός βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται καλύτερα για τις αποφάσεις τους.



























